Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

to creep in


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο creep παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: to | in
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
creep vi(crawl)περπατάω ρ αμ
  προχωράω ρ αμ
  κινούμαι ρ αμ
 Lola screamed when she felt the spider creeping along her arm.
creep vi(plant: grow along surface)σκαρφαλώνω ρ αμ
 Ivy has crept up the walls, almost covering the windows.
 Ο κισσός σκαρφάλωσε πάνω στους τοίχους καλύπτοντας σχεδόν τα παράθυρα.
creep vifigurative (move slowly)κινούμαι αργά, προχωράω αργά ρ αμ + επίρ
 (χρόνος)περνάω αργά, κυλάω αργά ρ αμ + επίρ
 The day crept by, and finally it was time to go home.
 Η μέρα κύλησε αργά και τελικά ήρθε η ώρα να πάμε σπίτι.
creep nfigurative (slow movement)αργή κίνηση επίθ + ουσ θηλ
 Kate watched the creep of the moonlight across the roof.
 At rush hour, traffic moves at a creep.
 Η Κέιτ παρακολούθησε την αργή κίνηση του φεγγαρόφωτου από τη μία πλευρά της στέγης στην άλλη. // Στις ώρες αιχμής, η κυκλοφορία προχωράει σε αργή κίνηση.
creep nslang (unnerving, repellent person) (αργκό)φρικιό ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη)ανώμαλος επίθ ως ουσ
 That creep keeps staring at me.
 Αυτό το φρικιό συνεχίζει να με κοιτάζει επίμονα.
creep nslang, UK (obsequious person) (αργκό, μτφ, προσβλ)γλείφτης, γλείφτρα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 (αργκό, μτφ, προσβλ)γλειφτρόνι ουσ ουδ
 Only a creep would laugh at the boss's dumb jokes.
 Μόνο ένας γλείφτης θα γελούσε με τα ηλίθια αστεία του αφεντικού.
creep ntechnical (solids: deformation over time) (τεχνικός όρος)ερπυσμός ουσ αρσ
 Stress and high temperatures caused creep in the turbine's blades.
 Πίεση και υψηλές θερμοκρασίες προκάλεσαν ερπυσμό στις λεπίδες της τουρμπίνας.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
creep away vi phrasal(leave stealthily)φεύγω αθόρυβα ρ αμ + επίρ
  απομακρύνομαι αθόρυβα ρ αμ + επίρ
creep in vi phrasal(move stealthily inside) (κυριολεκτικά)μπαίνω έρποντας έκφρ
 Arriving home drunk again, he tried to creep in unnoticed.
creep in vi phrasalfigurative (thought, feeling: slowly enter) (μεταφορικά)τρυπώνω ρ αμ
 In the beginning, she could never have imagined he would be unfaithful to her, but doubts began to creep in.
creep into [sth] vtr phrasal insep(move stealthily inside)μπαίνω έρποντας ρ αμ
 The man in black crept quietly into the bushes.
creep into [sth] vtr phrasal insepfigurative (thought, feeling: slowly enter) (μεταφορικά)παρεισφρέω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 A pessimistic tone has crept into his recent novels.
creep off vi phrasal(leave stealthily)φεύγω αθόρυβα ρ αμ + επίρ
  απομακρύνομαι αθόρυβα ρ αμ + επίρ
creep [sb] out vtr phrasal sepinformal (unnerve)τρομάζω ρ μ
 (μεταφορικά)ανατριχιάζω ρ μ
 (καθομιλουμένη)φρικάρω ρ μ
 (αργκό)κριπάρω ρ μ
 I don't like the way he looks at me; he creeps me out.
 Δε μου αρέσει ο τρόπος που με κοιτά. Με τρομάζει.
creep out vi phrasal(exit stealthily)ξεγλιστράω, ξεγλιστρώ ρ αμ
 Josie crept out of the theater five minutes before the end of the movie.
creep over [sth] vtr phrasal insepfigurative (figure: rise higher than) (πάνω ή ψηλότερα)ορθώνομαι ρ αμ
creep over [sth] vtr phrasal insepfigurative (light, darkness: cover slowly) (μεταφορικά)απλώνομαι, πέφτω ρ αμ
  καλύπτω ρ μ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
creep over [sb] vtr phrasal insepfigurative (feelings: affect slowly) (μεταφορικά: για συναίσθημα)καταλαμβάνω ρ μ
 (καθομιλουμένη)πιάνω ρ μ
 A sense of resentment began to creep over her.
 Άρχισε να την καταλαμβάνει (or: πιάνει) ένα αίσθημα απέχθειας.
creep under [sth] vtr phrasal insep(crawl beneath)χώνομαι κάτω από κτ έκφρ
  τρυπώνω κάτω από κτ έκφρ
 When the thunder started, the dog crept under the bed and stayed there until it stopped.
creep up vi phrasal(approach stealthily)πλησιάζω αθόρυβα ρ μ + επίρ
 When Gary crept up and tapped me on the shoulder, I jumped.
 Πετάχτηκα όταν ο Γκάρι πλησίασε αθόρυβα και με ακούμπησε στον ώμο.
creep up vi phrasalinformal, figurative (increase gradually) (μεταφορικά, καθομ)σκαρφαλώνω ρ αμ
  αυξάνομαι ρ αμ
  ανεβαίνω ρ αμ
 (κατά λέξη)αυξάνομαι σταδιακά ρ αμ + επίρ
 House prices have crept up by several thousand since we bought our home.
 Από τότε που αγοράσαμε το σπίτι μας, οι τιμές κατοικίας ανέβηκαν κατά αρκετές χιλιάδες.
creep up on [sb/sth] vi phrasal + prep(approach stealthily)εμφανίζομαι ξαφνικά ρ αμ + επίρ
 She startled her sister by creeping up on her and shouting "Boo!"
 Τρόμαξε την αδερφή της με το να εμφανιστεί ξαφνικά και να φωνάξει «Μπου!»
creep up on [sb] vi phrasal + prepfigurative (fact, situation: arrive unforeseen)έρχομαι ξαφνικά, εμφανίζομαι ξαφνικά ρ αμ + επίρ
  κτ με βρίσκει απροετοίμαστο περίφρ
  κτ με φέρνει προ εκπλήξεως περίφρ
 You had better start working now; don't let the deadline creep up on you.
 Καλύτερα να ξεκινήσεις να δουλεύεις τώρα. Μην αφήσεις την προθεσμία να σε βρει απροετοίμαστο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
scope creep,
requirement creep
n
(project: excessive growth)εκτίναξη του εύρους ενός έργου περίφρ
  υπερβολική αύξηση του πεδίου εφαρμογής ενός έργου περίφρ
  το να διευρυνθεί υπερβολικά το εύρος του έργου περίφρ
  το να μεγαλώσει υπερβολικά το έργο περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 One way of avoiding scope creep is to define the limits of a project very precisely.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση to creep in στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «to creep in».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!